Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Το δικαίωμα αντίστασης


Στον τόμο 52 του Νομικού Βήματος (Ιούνιος-Ιούλιος 2004) δημοσιεύτηκε άρθρο του Αντώνη Μανιτάκη, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, με τίτλο ΤΟ «ΔΙΚΑΙΩΜΑ» ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 120 §4 Σ (Μεταξύ ηθικο-πολιτικού δικαιώματος, πραγματικού γεγονότος και εκδήλωσης συνταγματικού πατριωτισμού).
Το άρθρο αυτό είναι σήμερα επίκαιρο παρά ποτέ και γι αυτό επιλέγω κάποια κομμάτια προς δημοσίευση. Σε επόμενη ανάρτηση θα παραθέσω αποσπάσματα του ίδιου άρθρου που αναφέρονται ειδικά στο καθήκον ανυπακοής (που είναι άλλο από το δικαίωμα αντίστασης).


“Από τα πρώτα βήματά του ο ελληνικός συνταγματισμός διατράνωσε την πίστη του ότι η προστασία του Συντάγματος δεν μπορεί παρά να είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο, υπόθεση των Ελλήνων πολιτών και του ίδιου του λαού. Η προστασία του επαφίεται, ως θεμελιώδης συνταγματική αξία, στην πατριωτική συνείδηση των πολιτών και εξαρτάται κυρίως από τη δημοκρατική τους εγρήγορση. Ο Λαός που δημιούργησε με την εθνική επανάσταση του 1821 το ελληνικό συνταγματικό κράτος και το δημοκρατικό πολίτευμα είναι ο πλέον αρμόδιος και ο καταλληλότερος να τα υπερασπιστεί, όταν απειλείται η υπόστασή τους".
………………………………………………………………………………………

"Ιστορικά η αντίσταση γεννήθηκε και διαπλάστηκε εννοιολογικά στην κλασσική Ελλάδα την εποχή της πόλης-κράτος ως πράξη άρνησης και αντίθεσης στην τυραννία. Ο τύραννος συμβολίζει και ενσαρκώνει την αυθαίρετη και καταχρηστική, προσωπική άσκηση της εξουσίας, την οποία έχει καταλάβει προηγουμένως αθέμιτα διά του σφετερισμού της χρησιμοποιώντας δόλια ή παράνομα μέσα και ενεργώντας πραξικοπηματικά. Η εξουσία του τυράννου είναι μια defacto εξουσία, που ασκείται αυθαίρετα και αυταρχικά χωρίς κοινά αποδεκτή νομιμοποιητική βάση. Εμφανίζεται ως κατάσταση προσωρινή σε περιόδους μεταβατικές, μετάβασης από ένα καθεστώς στο άλλο, από τη βασιλεία στη δημοκρατία ή σε περιόδους κρίσης και εκφυλισμού της δημοκρατίας. Η αντίσταση ως έμπρακτη άρνηση της τυραννίας αποκτά νόημα και προσλαμβάνεται ως πράξη θεμιτή και δικαιολογημένη, όταν ενεργείται στο όνομα της Πόλης και για λογαριασμό των πολιτών της, όταν δηλαδή έχει ως σημείο αναφοράς και δικαιολογία την κοινότητα των πολιτών.
Στον ύστερο μεσαίωνα μέχρι την γαλλική επανάσταση υπό την επίδραση των θεωριών του φυσικού δικαίου, το δικαίωμα αντίστασης αρχίζει και διαμορφώνεται ως μια πράξη θεμιτή και δικαιολογημένη, απέναντι σε μια αθέμιτη, καταπιεστική και δεσποτική εξουσία που παραβιάζει και δεν σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές του φυσικού δικαίου, που ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση και στην ιδέα της Δικαιοσύνης.
Στη γαλλική επανάσταση η αντίσταση κατά της καταπίεσης συγκαταλέγεται μεταξύ των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου και μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 2 της γαλλικής διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου δίπλα στην ελευθερία, την ασφάλεια και την ιδιοκτησία. Η διακήρυξη της 24ης Ιουνίου του 1793 την θεωρεί συνέπεια όλων των άλλων δικαιωμάτων του ανθρώπου και αναγορεύει το δικαίωμα στην εξέγερση ως το πιο ιερό των δικαιωμάτων και το πιο απαραίτητο των καθηκόντων".

………………………………………………………………………………………..

"Ο πατριωτισμός αναδεικνύεται έτσι σε θεμελιώδους σημασίας συνεκτικό δεσμό του συνταγματικού κράτους, αφού σε αυτόν βασίζεται η εθνική κυριαρχία και με αυτόν συντηρείται το συνταγματικό πολίτευμα και εμψυχώνεται και δικαιολογείται η πολιτική κυριαρχία του λαού. Ως πατριώτες και συνειδητά μέλη μιας πολιτικής κοινότητας, την οποία αγαπούν και θέλουν, οι πολίτες ανυψώνονται σε ισότιμοι φορείς της εθνικής και πολιτικής κυριαρχίας και αναγορεύονται οι ίδιοι σε αποκλειστικοί φύλακες αυτού που τους συγκρότησε, τους οργάνωσε και τους κρατά ενωμένους: το Σύνταγμα.
Ο πατριωτισμός αποκτά στο Σύνταγμα τη σημασία μιας πολιτικής αρετής, γι’ αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως αξία ηθικο-πολιτική χωρίς ιδιαίτερη βέβαια νομική βαρύτητα, αλλά με αξιοπρόσεκτη συμβολική και παιδευτική αξία. Η επίκληση του όρου ενισχύει τους συναισθηματικούς δεσμούς με την πολιτική κοινότητα και διαποτίζει τους συνταγματικούς θεσμούς με πνεύμα εθνικής αλληλεγγύης και πατριωτικού αλτρουισμού. Αγκιστρώνει παράλληλα τις συνταγματικές αρχές, και ιδίως την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στη δημοκρατική εγρήγορση και στην πολιτική συνείδηση των πολιτών, ανάγοντας την υπεράσπιση του συντάγματος σε πολιτικό δικαίωμα και πατριωτικό καθήκον κάθε πολίτη.
Ο συνταγματικός πατριωτισμός διατρέχει ως πολιτική αρετή και συνταγματική απαίτηση ολόκληρη την ελληνική συνταγματική ιστορία μας".

……………………………………………………………………………………

"Προϋπόθεση επομένως εφαρμογής του άρθρου 120 §4 είναι η «κατάλυση» και όχι η απλή «παραβίαση» του Συντάγματος. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε με τρόπο αναμφίβολο και από τη δεύτερη φράση του ίδιου άρθρου, που καθιερώνει δικαίωμα και καθήκον αντίστασης εναντίον οποιουδήποτε επιχειρήσει να καταλύσει το Σύνταγμα. Ως κατάλυση του Συντάγματος θα πρέπει να εννοηθεί εδώ η έμμεση ή άμεση κατάλυση του πολιτεύματος που εκδηλώνεται με την προσβολή της μορφής του ή μιας από τις οργανωτικές βάσεις του και την αδυναμία εφαρμογής, μερικής ή ολικής, του Συντάγματος και λειτουργίας των εγγυήσεων τήρησής του. Η κατάλυση μπορεί να επέλθει βίαια, και με σφετερισμό της λαϊκής κυριαρχίας από κρατικά ή υπερεθνικά όργανα, όπως είναι τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο «σφετερισμός με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας», κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 120, συνιστά μιαν αυτοτελή περίπτωση κατάλυσης, η οποία συμπληρώνει και επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος και του καθήκοντος αντίστασης πέρα από την προϋπόθεση της«κατάλυσης με την βία» που προβλέπει αλυσιτελώς και αφελώς (είναι αλήθεια) η §4 του ίδιου άρθρου. Συνταγματικά νομιμοποιημένη είναι άρα και η αντίσταση που στρέφεται κατά των «σφετεριστών με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή» (άρθρο 120 §3 Σ)".

…………………………………………………………………………………………………

"Η αλήθεια του δικαιώματος της αντίστασης δεν φανερώνεται, τελικά, παρά μόνον ανέλθει αντιμέτωπο με τη βία. Η αντίσταση εκδηλώνεται ως πράξη και γίνεται αντιληπτή μόνον σε κατάσταση απουσίας δικαίου, σε μια κατάσταση στην οποία η νομιμότητα έχει ανασταλεί και έχει εγκατασταθεί μια κατάσταση εξαίρεσης ή ανάγκης (état d’ exception). Όταν η υπάρχουσα συνταγματική τάξη καταργείται ή αναστέλλεται, ο λαός, κάνοντας χρήση της πρωτογενούς κυριαρχίας του, στρέφεται, με όλα τα μέσα, στα οποία περιλαμβάνεται και η συλλογική βία, εναντίον των σφετεριστών και καταχραστών της εξουσίας με σκοπό την αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης, δηλαδή της κυριαρχίας του. Κοιταγμένο μέσα από αυτό το πρίσμα το δικαίωμα αντίστασης βρίσκεται στα όρια του Δικαίου, αναδύεται μέσα από ένα νομικό κενό, με σκοπό όμως ορατό και δεδομένο την εγκατάσταση μιας δημοκρατικής νομιμότητας. Επιτρέπει και δικαιολογεί τη συλλογική βία για να ξαναβρεί ο λαός και να οικειοποιηθεί εκ νέου την κυριαρχία του που βιάστηκε.
Τα προηγούμενα γνωρίσματα της αντίστασης την φέρνουν κοντά στη συντακτική εξουσία του λαού, την εμφανίζουν ως βίαιη ενεργοποίηση της κυρίαρχης εξουσίας, η οποία εκδηλώνεται πριν και πέρα από το Δίκαιο, αλλά με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός Δικαίου ή μιας νομιμότητας που θα νομιμοποιείται από την κυρίαρχη θέληση του Λαού. Για τον ελληνικό συνταγματισμό το δικαίωμα αντίστασης είναι τελικά ένα δικαίωμα του λαού να καταφεύγει στη συλλογική βία, προκειμένου να σώσει και να επιβάλει την πρωτογενή κυριαρχία του”.

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Πολιτική ανυπακοή και δικαίωμα αντίστασης


Συνέχεια στο θέμα της πολιτικής ανυπακοής. Παραθέτω ένα άρθρο της κ. Νέδα Κανελλοπούλου, Επίκουρης καθηγήτριας Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αναφέρεται και στο δικαίωμα αντίστασης που κατοχυρώνεται στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος.


"Η πολιτική ανυπακοή - civil disobedience - είναι μια θεωρία της πολιτικής φιλοσοφίας, που αναφέρεται στην άρνηση του πολίτη να υπακούσει ή να συμμορφωθεί με νόμο ή άλλη προσταγή της πολιτικής εξουσίας που θεωρεί ανήθικο, άδικο ή παράλογο, με σκοπό η πολιτική εξουσία να πειστεί ή να εξαναγκαστεί να καταργήσει ή να τροποποιήσει αυτόν τον νόμο ή την προσταγή.

Οι ρίζες αυτής της θεωρίας ανιχνεύονται ήδη στην «Αντιγόνη», που θάβει το αδελφό της παρά την απαγόρευση του Κρέοντα, επειδή αυτό της επιτάσσει η συνείδησή της. Η θεωρία μορφοποιήθηκε πάντως στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Αμερικανό Henry David Thoreau και το δοκίμιό του «Πολιτική Ανυπακοή». Η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής, ή όπως αλλιώς αποκαλέστηκε, βρίσκεται στη βάση της πολιτικής σκέψης και πράξης του Gandhi .και του αγώνα κατά του βρετανικού αποικιοκρατικού καθεστώτος στην Ινδία ή του Martin Luther King και του αγώνα κατά του apartheid.

Ο Thoreau διατύπωσε τη θεωρία του με την εξής αφορμή: Αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους του με το σκεπτικό πως, όταν καταβάλλεις το φόρο, δέχεσαι και την πολιτική της κυβέρνησης που υποστηρίζει το καθεστώς της δουλείας και τον μεξικανικό-αμερικανικό πόλεμο, πολιτική που όμως θεωρεί άδικη και ανήθικη. Πρέπει επομένως να αρνηθείς να πληρώσεις το φόρο, όχι μόνο για να μην έρθεις σε σύγκρουση με τη συνείδησή σου, αλλά και για να εκφράσεις την αντίθεσή και την διαμαρτυρία σου στην πολιτική αυτή.

Στην ουσία, η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής αντιδιαστέλλει την τυπική νομιμότητα μιας κυβέρνησης, που έχει εκλεγεί νόμιμα και έχει την πλειοψηφία του λαού, από την ηθική νομιμοποίησή της. Προβάλλει το γεγονός πως η απόφαση της πλειοψηφίας, που μπορεί να είναι καθ' όλα νόμιμη, δεν είναι εξ ορισμού δίκαιη και ηθική. Ο πολίτης οφείλει να υπακούσει στη συνείδησή του και να μην υπακούσει στον άδικο και ανήθικο νόμο, γιατί έτσι μόνο υπηρετεί πραγματικά την πατρίδα του.

Η πράξη πολιτικής ανυπακοής διαφοροποιείται συνεπώς από την άρνηση εφαρμογής ενός νόμου για λόγους καθαρά ιδιωτικού συμφέροντος. Η άρνηση υπακοής εκκινεί από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι από κάποιο προσωπικό όφελος. Γι' αυτό και πρέπει να είναι πράξη ενσυνείδητη, ο πολίτης πρέπει δηλαδή να έχει συνείδηση του πολιτικού στόχου που θέλει να υπηρετήσει με την υπακοή, και πράξη δημόσια και διαφανής, να δηλώνεται δηλαδή ή πάντως να προκύπτει σαφώς ο πολιτικός στόχος. Η πολιτική ανυπακοή αποσκοπεί στο να πείσει την κοινή γνώμη για το ορθό και δίκαιο της ανυπακοής και να εξαναγκάσει την πολιτική εξουσία να αποσύρει το άδικο μέτρο και να αλλάξει την πολιτική της. Μπορεί να είναι ατομική ή και συλλογική. Συνήθως είναι μη βίαιη και ειρηνική. Γι' αυτό και εκείνος που ασκεί πολιτική ανυπακοή δεν αποφεύγει τις νομικές κυρώσεις που επισύρει η πράξη του: Ο ίδιος ο Thoreau άλλωστε πήγε φυλακή για την άρνησή του να πληρώσει τον φόρο.

Η πολιτική ανυπακοή εμφανίζεται ως η ύστατη λύση, το ultimum refugium, όταν δεν έχουν ευδοκιμήσει τα νόμιμα μέσα που διαθέτει ο πολίτης για να διαμαρτυρηθεί απέναντι στην πολιτική εξουσία για την προσταγή που θεωρεί άδικη ή ανήθικη. Η πολιτική ανυπακοή αναπτύσσει επομένως τη σημασία της ακριβώς σε εκείνα τα πεδία όπου το θετό δίκαιο συγκρούεται με θεμελιώδεις αρχές ή αξίες της κοινωνικής συμβίωσης. Μπορεί η προσταγή να είναι μεν σύμφωνη με τον τύπο και το γράμμα του νόμου, έρχεται όμως σε σύγκρουση με το αξιακό σύστημα στο οποίο στηρίζεται η κοινωνική συμβίωση και το Σύνταγμα.

Κοντά στην έννοια της πολιτικής ανυπακοής βρίσκεται το δικαίωμα αντίστασης. Σε αντίθεση με την πολιτική ανυπακοή, που δεν κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμά μας, το δικαίωμα αντίστασης προβλέπεται στο ακροτελεύτιο άρθρο 120 παρ.4 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Το δικαίωμα αντίστασης του άρθρου 120 παρ.4 εισήχθη στο Σύνταγμά μας το 1975, ως απάντηση στη βίαιη κατάλυση του πολιτεύματος με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Στην ιστορία των δημοκρατιών πάντως, το δικαίωμα αντίστασης είναι πολύ παλαιότερο και αποτελεί κεκτημένο του πολιτικού και συνταγματικού μας πολιτισμού. Οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στην Μαγκνα Κάρτα του 1215: Η πίστη και υπακοή στον άρχοντα είχε ως αμοιβαίο αντάλλαγμα την υποχρέωσή του να προστατεύει τον υποτελή υπήκοο, και έπαυε όταν ο άρχοντας δεν πληρούσε την υποχρέωσή του αυτή. Αυτή η «συναλλακτική» αντίληψη της υποχρέωσης υπακοής στους νόμους αποτελεί και τη βάση της έννοιας του «κοινωνικού συμβολαίου», που διαμόρφωσαν ο Locke και ο Rousseau, και στην οποία στηρίζεται όλη η θεωρία του συνταγματικού δημοκρατικού κράτους: Η κοινωνική συμβίωση βασίζεται σε μια πρωταρχική, θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ των πολιτών και της πολιτικής εξουσίας, συμφωνία γύρω από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης. Οι πολίτες δέχονται να υπαχθούν στις επιταγές της πολιτικής εξουσίας με αντάλλαγμα την προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Η συμφωνία αυτή καταγράφεται στο Σύνταγμα, που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και ρυθμίζει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Όταν όμως η πολιτική εξουσία παραβιάζει το Σύνταγμα σε βαθμό ώστε να κλονίζονται οι θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης, και να καταλύεται στην πράξη η πρωταρχική συμφωνία, ο πολίτης αποδεσμεύεται από αυτήν. Στην περίφημη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» της γαλλικής Επανάστασης, που αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, η αντίσταση στην τυραννία καταγράφεται ως ένα από τα φυσικά και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.

Το δικαίωμα αντίστασης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος δεν αφορά απλά την περίπτωση όπου ένας νόμος ή μια πράξη της πολιτικής εξουσίας είναι αντίθετα με το Σύνταγμα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Αφορά την περίπτωση όπου οι πράξεις της πολιτικής εξουσίας συνιστούν - όχι μόνον άμεσα, αλλά και έμμεσα - «κατάλυση με τη βία του Συντάγματος». Όταν δηλαδή η πολιτική της κυβέρνησης καταλήγει να προσβάλλει τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος στις οποίες στηρίζεται το «κοινωνικό συμβόλαιο» κυβέρνησης και πολιτών, όπως η μορφή του πολιτεύματος, οι οργανωτικές του βάσεις ή το αξιακό σύστημα που πραγματώνει το Σύνταγμα.

Όπως η πολιτική ανυπακοή, έτσι και το δικαίωμα αντίστασης είναι το ultimum refugium για τον πολίτη όταν οι εγγυήσεις και οι μηχανισμοί που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει για την τήρησή του, όπως π.χ. η προσφυγή στα δικαστήρια, δεν λειτουργούν. Πηγάζει στην πραγματικότητα από την ίδια την υποχρέωση των πολιτών να τηρούν το Σύνταγμα, όπως άλλωστε προβλέπει ρητά και το άρθρο 120 παρ. 4, που επαφίει την τήρηση του Συντάγματος στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Το Σύνταγμα προβλέπει εξ άλλου στο άρθρο 120 παρ.2 πως «ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Το δικαίωμα αντίστασης αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση των Ελλήνων να υπερασπίζονται το Σύνταγμα όταν οι πράξεις της πολιτικής εξουσίας ισοδυναμούν με κατάλυσή του. Είναι θεμελιώδες στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας, μάλιστα στην αυθεντική και πρωτογενή της μορφή ως έκφραση της ίδιας της συντακτικής εξουσίας".