Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Το δικαίωμα αντίστασης


Στον τόμο 52 του Νομικού Βήματος (Ιούνιος-Ιούλιος 2004) δημοσιεύτηκε άρθρο του Αντώνη Μανιτάκη, καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου, με τίτλο ΤΟ «ΔΙΚΑΙΩΜΑ» ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 120 §4 Σ (Μεταξύ ηθικο-πολιτικού δικαιώματος, πραγματικού γεγονότος και εκδήλωσης συνταγματικού πατριωτισμού).
Το άρθρο αυτό είναι σήμερα επίκαιρο παρά ποτέ και γι αυτό επιλέγω κάποια κομμάτια προς δημοσίευση. Σε επόμενη ανάρτηση θα παραθέσω αποσπάσματα του ίδιου άρθρου που αναφέρονται ειδικά στο καθήκον ανυπακοής (που είναι άλλο από το δικαίωμα αντίστασης).


“Από τα πρώτα βήματά του ο ελληνικός συνταγματισμός διατράνωσε την πίστη του ότι η προστασία του Συντάγματος δεν μπορεί παρά να είναι, κατά πρώτο και κύριο λόγο, υπόθεση των Ελλήνων πολιτών και του ίδιου του λαού. Η προστασία του επαφίεται, ως θεμελιώδης συνταγματική αξία, στην πατριωτική συνείδηση των πολιτών και εξαρτάται κυρίως από τη δημοκρατική τους εγρήγορση. Ο Λαός που δημιούργησε με την εθνική επανάσταση του 1821 το ελληνικό συνταγματικό κράτος και το δημοκρατικό πολίτευμα είναι ο πλέον αρμόδιος και ο καταλληλότερος να τα υπερασπιστεί, όταν απειλείται η υπόστασή τους".
………………………………………………………………………………………

"Ιστορικά η αντίσταση γεννήθηκε και διαπλάστηκε εννοιολογικά στην κλασσική Ελλάδα την εποχή της πόλης-κράτος ως πράξη άρνησης και αντίθεσης στην τυραννία. Ο τύραννος συμβολίζει και ενσαρκώνει την αυθαίρετη και καταχρηστική, προσωπική άσκηση της εξουσίας, την οποία έχει καταλάβει προηγουμένως αθέμιτα διά του σφετερισμού της χρησιμοποιώντας δόλια ή παράνομα μέσα και ενεργώντας πραξικοπηματικά. Η εξουσία του τυράννου είναι μια defacto εξουσία, που ασκείται αυθαίρετα και αυταρχικά χωρίς κοινά αποδεκτή νομιμοποιητική βάση. Εμφανίζεται ως κατάσταση προσωρινή σε περιόδους μεταβατικές, μετάβασης από ένα καθεστώς στο άλλο, από τη βασιλεία στη δημοκρατία ή σε περιόδους κρίσης και εκφυλισμού της δημοκρατίας. Η αντίσταση ως έμπρακτη άρνηση της τυραννίας αποκτά νόημα και προσλαμβάνεται ως πράξη θεμιτή και δικαιολογημένη, όταν ενεργείται στο όνομα της Πόλης και για λογαριασμό των πολιτών της, όταν δηλαδή έχει ως σημείο αναφοράς και δικαιολογία την κοινότητα των πολιτών.
Στον ύστερο μεσαίωνα μέχρι την γαλλική επανάσταση υπό την επίδραση των θεωριών του φυσικού δικαίου, το δικαίωμα αντίστασης αρχίζει και διαμορφώνεται ως μια πράξη θεμιτή και δικαιολογημένη, απέναντι σε μια αθέμιτη, καταπιεστική και δεσποτική εξουσία που παραβιάζει και δεν σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές του φυσικού δικαίου, που ανταποκρίνονται στην ανθρώπινη φύση και στην ιδέα της Δικαιοσύνης.
Στη γαλλική επανάσταση η αντίσταση κατά της καταπίεσης συγκαταλέγεται μεταξύ των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου και μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 2 της γαλλικής διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου δίπλα στην ελευθερία, την ασφάλεια και την ιδιοκτησία. Η διακήρυξη της 24ης Ιουνίου του 1793 την θεωρεί συνέπεια όλων των άλλων δικαιωμάτων του ανθρώπου και αναγορεύει το δικαίωμα στην εξέγερση ως το πιο ιερό των δικαιωμάτων και το πιο απαραίτητο των καθηκόντων".

………………………………………………………………………………………..

"Ο πατριωτισμός αναδεικνύεται έτσι σε θεμελιώδους σημασίας συνεκτικό δεσμό του συνταγματικού κράτους, αφού σε αυτόν βασίζεται η εθνική κυριαρχία και με αυτόν συντηρείται το συνταγματικό πολίτευμα και εμψυχώνεται και δικαιολογείται η πολιτική κυριαρχία του λαού. Ως πατριώτες και συνειδητά μέλη μιας πολιτικής κοινότητας, την οποία αγαπούν και θέλουν, οι πολίτες ανυψώνονται σε ισότιμοι φορείς της εθνικής και πολιτικής κυριαρχίας και αναγορεύονται οι ίδιοι σε αποκλειστικοί φύλακες αυτού που τους συγκρότησε, τους οργάνωσε και τους κρατά ενωμένους: το Σύνταγμα.
Ο πατριωτισμός αποκτά στο Σύνταγμα τη σημασία μιας πολιτικής αρετής, γι’ αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως αξία ηθικο-πολιτική χωρίς ιδιαίτερη βέβαια νομική βαρύτητα, αλλά με αξιοπρόσεκτη συμβολική και παιδευτική αξία. Η επίκληση του όρου ενισχύει τους συναισθηματικούς δεσμούς με την πολιτική κοινότητα και διαποτίζει τους συνταγματικούς θεσμούς με πνεύμα εθνικής αλληλεγγύης και πατριωτικού αλτρουισμού. Αγκιστρώνει παράλληλα τις συνταγματικές αρχές, και ιδίως την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, στη δημοκρατική εγρήγορση και στην πολιτική συνείδηση των πολιτών, ανάγοντας την υπεράσπιση του συντάγματος σε πολιτικό δικαίωμα και πατριωτικό καθήκον κάθε πολίτη.
Ο συνταγματικός πατριωτισμός διατρέχει ως πολιτική αρετή και συνταγματική απαίτηση ολόκληρη την ελληνική συνταγματική ιστορία μας".

……………………………………………………………………………………

"Προϋπόθεση επομένως εφαρμογής του άρθρου 120 §4 είναι η «κατάλυση» και όχι η απλή «παραβίαση» του Συντάγματος. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε με τρόπο αναμφίβολο και από τη δεύτερη φράση του ίδιου άρθρου, που καθιερώνει δικαίωμα και καθήκον αντίστασης εναντίον οποιουδήποτε επιχειρήσει να καταλύσει το Σύνταγμα. Ως κατάλυση του Συντάγματος θα πρέπει να εννοηθεί εδώ η έμμεση ή άμεση κατάλυση του πολιτεύματος που εκδηλώνεται με την προσβολή της μορφής του ή μιας από τις οργανωτικές βάσεις του και την αδυναμία εφαρμογής, μερικής ή ολικής, του Συντάγματος και λειτουργίας των εγγυήσεων τήρησής του. Η κατάλυση μπορεί να επέλθει βίαια, και με σφετερισμό της λαϊκής κυριαρχίας από κρατικά ή υπερεθνικά όργανα, όπως είναι τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο «σφετερισμός με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας», κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 120, συνιστά μιαν αυτοτελή περίπτωση κατάλυσης, η οποία συμπληρώνει και επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος και του καθήκοντος αντίστασης πέρα από την προϋπόθεση της«κατάλυσης με την βία» που προβλέπει αλυσιτελώς και αφελώς (είναι αλήθεια) η §4 του ίδιου άρθρου. Συνταγματικά νομιμοποιημένη είναι άρα και η αντίσταση που στρέφεται κατά των «σφετεριστών με οποιονδήποτε τρόπο της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή» (άρθρο 120 §3 Σ)".

…………………………………………………………………………………………………

"Η αλήθεια του δικαιώματος της αντίστασης δεν φανερώνεται, τελικά, παρά μόνον ανέλθει αντιμέτωπο με τη βία. Η αντίσταση εκδηλώνεται ως πράξη και γίνεται αντιληπτή μόνον σε κατάσταση απουσίας δικαίου, σε μια κατάσταση στην οποία η νομιμότητα έχει ανασταλεί και έχει εγκατασταθεί μια κατάσταση εξαίρεσης ή ανάγκης (état d’ exception). Όταν η υπάρχουσα συνταγματική τάξη καταργείται ή αναστέλλεται, ο λαός, κάνοντας χρήση της πρωτογενούς κυριαρχίας του, στρέφεται, με όλα τα μέσα, στα οποία περιλαμβάνεται και η συλλογική βία, εναντίον των σφετεριστών και καταχραστών της εξουσίας με σκοπό την αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης, δηλαδή της κυριαρχίας του. Κοιταγμένο μέσα από αυτό το πρίσμα το δικαίωμα αντίστασης βρίσκεται στα όρια του Δικαίου, αναδύεται μέσα από ένα νομικό κενό, με σκοπό όμως ορατό και δεδομένο την εγκατάσταση μιας δημοκρατικής νομιμότητας. Επιτρέπει και δικαιολογεί τη συλλογική βία για να ξαναβρεί ο λαός και να οικειοποιηθεί εκ νέου την κυριαρχία του που βιάστηκε.
Τα προηγούμενα γνωρίσματα της αντίστασης την φέρνουν κοντά στη συντακτική εξουσία του λαού, την εμφανίζουν ως βίαιη ενεργοποίηση της κυρίαρχης εξουσίας, η οποία εκδηλώνεται πριν και πέρα από το Δίκαιο, αλλά με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός Δικαίου ή μιας νομιμότητας που θα νομιμοποιείται από την κυρίαρχη θέληση του Λαού. Για τον ελληνικό συνταγματισμό το δικαίωμα αντίστασης είναι τελικά ένα δικαίωμα του λαού να καταφεύγει στη συλλογική βία, προκειμένου να σώσει και να επιβάλει την πρωτογενή κυριαρχία του”.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Πολιτική ανυπακοή και δικαίωμα αντίστασης


Συνέχεια στο θέμα της πολιτικής ανυπακοής. Παραθέτω ένα άρθρο της κ. Νέδα Κανελλοπούλου, Επίκουρης καθηγήτριας Συγκριτικού Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Αναφέρεται και στο δικαίωμα αντίστασης που κατοχυρώνεται στην ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος.


"Η πολιτική ανυπακοή - civil disobedience - είναι μια θεωρία της πολιτικής φιλοσοφίας, που αναφέρεται στην άρνηση του πολίτη να υπακούσει ή να συμμορφωθεί με νόμο ή άλλη προσταγή της πολιτικής εξουσίας που θεωρεί ανήθικο, άδικο ή παράλογο, με σκοπό η πολιτική εξουσία να πειστεί ή να εξαναγκαστεί να καταργήσει ή να τροποποιήσει αυτόν τον νόμο ή την προσταγή.

Οι ρίζες αυτής της θεωρίας ανιχνεύονται ήδη στην «Αντιγόνη», που θάβει το αδελφό της παρά την απαγόρευση του Κρέοντα, επειδή αυτό της επιτάσσει η συνείδησή της. Η θεωρία μορφοποιήθηκε πάντως στα μέσα του 19ου αιώνα από τον Αμερικανό Henry David Thoreau και το δοκίμιό του «Πολιτική Ανυπακοή». Η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής, ή όπως αλλιώς αποκαλέστηκε, βρίσκεται στη βάση της πολιτικής σκέψης και πράξης του Gandhi .και του αγώνα κατά του βρετανικού αποικιοκρατικού καθεστώτος στην Ινδία ή του Martin Luther King και του αγώνα κατά του apartheid.

Ο Thoreau διατύπωσε τη θεωρία του με την εξής αφορμή: Αρνήθηκε να πληρώσει τους φόρους του με το σκεπτικό πως, όταν καταβάλλεις το φόρο, δέχεσαι και την πολιτική της κυβέρνησης που υποστηρίζει το καθεστώς της δουλείας και τον μεξικανικό-αμερικανικό πόλεμο, πολιτική που όμως θεωρεί άδικη και ανήθικη. Πρέπει επομένως να αρνηθείς να πληρώσεις το φόρο, όχι μόνο για να μην έρθεις σε σύγκρουση με τη συνείδησή σου, αλλά και για να εκφράσεις την αντίθεσή και την διαμαρτυρία σου στην πολιτική αυτή.

Στην ουσία, η θεωρία της πολιτικής ανυπακοής αντιδιαστέλλει την τυπική νομιμότητα μιας κυβέρνησης, που έχει εκλεγεί νόμιμα και έχει την πλειοψηφία του λαού, από την ηθική νομιμοποίησή της. Προβάλλει το γεγονός πως η απόφαση της πλειοψηφίας, που μπορεί να είναι καθ' όλα νόμιμη, δεν είναι εξ ορισμού δίκαιη και ηθική. Ο πολίτης οφείλει να υπακούσει στη συνείδησή του και να μην υπακούσει στον άδικο και ανήθικο νόμο, γιατί έτσι μόνο υπηρετεί πραγματικά την πατρίδα του.

Η πράξη πολιτικής ανυπακοής διαφοροποιείται συνεπώς από την άρνηση εφαρμογής ενός νόμου για λόγους καθαρά ιδιωτικού συμφέροντος. Η άρνηση υπακοής εκκινεί από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και όχι από κάποιο προσωπικό όφελος. Γι' αυτό και πρέπει να είναι πράξη ενσυνείδητη, ο πολίτης πρέπει δηλαδή να έχει συνείδηση του πολιτικού στόχου που θέλει να υπηρετήσει με την υπακοή, και πράξη δημόσια και διαφανής, να δηλώνεται δηλαδή ή πάντως να προκύπτει σαφώς ο πολιτικός στόχος. Η πολιτική ανυπακοή αποσκοπεί στο να πείσει την κοινή γνώμη για το ορθό και δίκαιο της ανυπακοής και να εξαναγκάσει την πολιτική εξουσία να αποσύρει το άδικο μέτρο και να αλλάξει την πολιτική της. Μπορεί να είναι ατομική ή και συλλογική. Συνήθως είναι μη βίαιη και ειρηνική. Γι' αυτό και εκείνος που ασκεί πολιτική ανυπακοή δεν αποφεύγει τις νομικές κυρώσεις που επισύρει η πράξη του: Ο ίδιος ο Thoreau άλλωστε πήγε φυλακή για την άρνησή του να πληρώσει τον φόρο.

Η πολιτική ανυπακοή εμφανίζεται ως η ύστατη λύση, το ultimum refugium, όταν δεν έχουν ευδοκιμήσει τα νόμιμα μέσα που διαθέτει ο πολίτης για να διαμαρτυρηθεί απέναντι στην πολιτική εξουσία για την προσταγή που θεωρεί άδικη ή ανήθικη. Η πολιτική ανυπακοή αναπτύσσει επομένως τη σημασία της ακριβώς σε εκείνα τα πεδία όπου το θετό δίκαιο συγκρούεται με θεμελιώδεις αρχές ή αξίες της κοινωνικής συμβίωσης. Μπορεί η προσταγή να είναι μεν σύμφωνη με τον τύπο και το γράμμα του νόμου, έρχεται όμως σε σύγκρουση με το αξιακό σύστημα στο οποίο στηρίζεται η κοινωνική συμβίωση και το Σύνταγμα.

Κοντά στην έννοια της πολιτικής ανυπακοής βρίσκεται το δικαίωμα αντίστασης. Σε αντίθεση με την πολιτική ανυπακοή, που δεν κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμά μας, το δικαίωμα αντίστασης προβλέπεται στο ακροτελεύτιο άρθρο 120 παρ.4 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Το δικαίωμα αντίστασης του άρθρου 120 παρ.4 εισήχθη στο Σύνταγμά μας το 1975, ως απάντηση στη βίαιη κατάλυση του πολιτεύματος με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Στην ιστορία των δημοκρατιών πάντως, το δικαίωμα αντίστασης είναι πολύ παλαιότερο και αποτελεί κεκτημένο του πολιτικού και συνταγματικού μας πολιτισμού. Οι ρίζες του βρίσκονται ήδη στην Μαγκνα Κάρτα του 1215: Η πίστη και υπακοή στον άρχοντα είχε ως αμοιβαίο αντάλλαγμα την υποχρέωσή του να προστατεύει τον υποτελή υπήκοο, και έπαυε όταν ο άρχοντας δεν πληρούσε την υποχρέωσή του αυτή. Αυτή η «συναλλακτική» αντίληψη της υποχρέωσης υπακοής στους νόμους αποτελεί και τη βάση της έννοιας του «κοινωνικού συμβολαίου», που διαμόρφωσαν ο Locke και ο Rousseau, και στην οποία στηρίζεται όλη η θεωρία του συνταγματικού δημοκρατικού κράτους: Η κοινωνική συμβίωση βασίζεται σε μια πρωταρχική, θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ των πολιτών και της πολιτικής εξουσίας, συμφωνία γύρω από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης. Οι πολίτες δέχονται να υπαχθούν στις επιταγές της πολιτικής εξουσίας με αντάλλαγμα την προστασία των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Η συμφωνία αυτή καταγράφεται στο Σύνταγμα, που κατοχυρώνει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών και ρυθμίζει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Όταν όμως η πολιτική εξουσία παραβιάζει το Σύνταγμα σε βαθμό ώστε να κλονίζονται οι θεμελιώδεις αρχές της κοινωνικής συμβίωσης, και να καταλύεται στην πράξη η πρωταρχική συμφωνία, ο πολίτης αποδεσμεύεται από αυτήν. Στην περίφημη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» της γαλλικής Επανάστασης, που αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, η αντίσταση στην τυραννία καταγράφεται ως ένα από τα φυσικά και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.

Το δικαίωμα αντίστασης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος δεν αφορά απλά την περίπτωση όπου ένας νόμος ή μια πράξη της πολιτικής εξουσίας είναι αντίθετα με το Σύνταγμα, αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Αφορά την περίπτωση όπου οι πράξεις της πολιτικής εξουσίας συνιστούν - όχι μόνον άμεσα, αλλά και έμμεσα - «κατάλυση με τη βία του Συντάγματος». Όταν δηλαδή η πολιτική της κυβέρνησης καταλήγει να προσβάλλει τις θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος στις οποίες στηρίζεται το «κοινωνικό συμβόλαιο» κυβέρνησης και πολιτών, όπως η μορφή του πολιτεύματος, οι οργανωτικές του βάσεις ή το αξιακό σύστημα που πραγματώνει το Σύνταγμα.

Όπως η πολιτική ανυπακοή, έτσι και το δικαίωμα αντίστασης είναι το ultimum refugium για τον πολίτη όταν οι εγγυήσεις και οι μηχανισμοί που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει για την τήρησή του, όπως π.χ. η προσφυγή στα δικαστήρια, δεν λειτουργούν. Πηγάζει στην πραγματικότητα από την ίδια την υποχρέωση των πολιτών να τηρούν το Σύνταγμα, όπως άλλωστε προβλέπει ρητά και το άρθρο 120 παρ. 4, που επαφίει την τήρηση του Συντάγματος στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Το Σύνταγμα προβλέπει εξ άλλου στο άρθρο 120 παρ.2 πως «ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Το δικαίωμα αντίστασης αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση των Ελλήνων να υπερασπίζονται το Σύνταγμα όταν οι πράξεις της πολιτικής εξουσίας ισοδυναμούν με κατάλυσή του. Είναι θεμελιώδες στοιχείο της λαϊκής κυριαρχίας, μάλιστα στην αυθεντική και πρωτογενή της μορφή ως έκφραση της ίδιας της συντακτικής εξουσίας".

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Πολιτική ανυπακοή και Henry David Thoreau


Μια και σήμερα επεκτείνεται το κίνημα του "Δεν πληρώνω" στα μέσα Μαζικής Μεταφοράς, λόγω της υπέρογκης αύξησης του εισιτηρίου, παραθέτω ένα μικρό αφιέρωμα στον Henry David Thoreau και στο δοκίμιό του "Πολιτική Ανυπακοή". Το κείμενο είναι από το TVXS και έχει ημερομηνία 26-1-2010.
" Σαν σήμερα, στις 26 Ιανουαρίου 1848, ο Αμερικανός συγγραφέας Henry David Thoreau παρέδωσε στον εκδότη του τα χειρόγραφα του δοκιμίου του «Πολιτική Ανυπακοή» το οποίο εκδόθηκε τον επόμενο χρόνο και έμελλε να επηρεάσει βαθύτατα τη φιλοσοφία και θεωρία της μη βίαιης αντίστασης καθώς και την πολιτική σκέψη φυσιογνωμιών όπως ο Martin Luther King και ο Mahatma Gandhi.
Ο Henry David Thoreau θεμελίωσε τη μη βίαιη αντίσταση μέσα από το δοκίμιο που τιτλοφορείται «Περί Πολιτικής Ανυπακοής», το οποίο αρχικά είχε τον τίτλο «Αντίσταση στην Αστική Κυβέρνηση». Το θεμελιώδες σκεπτικό του Thoreau αφορά την αυτονομία του πολίτη και την αντίστασή του κατά των μη ηθικών επιλογών της κυβέρνησης. Βασική σκέψη του Thoreau ήταν ότι ο πολίτης που υπακούει στις επιταγές της κυβέρνησης με μέσα όπως η καταβολή των φόρων, στην ουσία υποστηρίζει τις ανήθικες επιλογές της.
Ο Thoreau εξηγεί ότι οι κυβερνήσεις τις περισσότερες φορές κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό και γι’ αυτό δε μπορούν να έχουν ηθική νομιμοποίηση αποκλειστικά και μόνο εκ του γεγονότος ότι χαίρουν της υποστήριξης της πλειοψηφίας. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία επιθυμεί κάτι δε σημαίνει ότι το εν λόγω μέτρο είναι ορθό και δίκαιο. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να «καλλιεργείται ο σεβασμός του νόμου, αλλά ο σεβασμός του σωστού και του δικαίου», σημειώνει ο Thoreau. Και προσθέτει ότι δεν υπηρετεί κανείς τη χώρα του με το να καταπιέζει την ηθική του συνείδηση και να υπακούσει στους ανήθικους νόμους. Αντιθέτως, η χώρα χρειάζεται συνειδήσεις και όχι ασυνείδητα ρομπότ.
Ο Thoreau διακηρύττει ότι είναι αληθινή ντροπή να συνδέεται ένας πολίτης με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς αυτή υποστηρίζει το απάνθρωπο καθεστώς της δουλείας, καθώς και τον ανήθικο Μεξικανο-Αμερικανικό Πόλεμο. Κατά συνέπεια, καλεί τους πολίτες να μην περιμένουν απαθείς να τους δοθεί η ευκαιρία να ψηφίσουν για μια δίκαιη κυβέρνηση, διότι το «να ψηφίζεις για τη δικαιοσύνη, είναι το ίδιο αναποτελεσματικό με το να εύχεσαι για δικαιοσύνη». Αυτό που πρέπει να κάνει ο πολίτης σύμφωνα με το Thoreau είναι να εξασκεί τη δικαιοσύνη, με το να μη συνεργάζεται με την αδικία.
Ο Thoreau τονίζει ότι η καταβολή των φόρων – από ανθρώπους που κατά τ΄άλλα επιθυμούν να είναι δίκαιοι – αποτελεί ένα βασικό μέσο στήριξης μιας ανήθικης και άδικης πρακτικής. «Οι πολίτες που λένε ότι ο πόλεμος στο Μεξικό είναι ανήθικος και η δουλεία είναι άδικη στην ουσία έρχονται σε αντίφαση με τον εαυτό τους όταν πληρώνουν τους φόρους που προορίζονται για τη χρηματοδότηση ακριβώς αυτών των πρακτικών». Μάλιστα, ο ίδιος ο Thoreau εφάρμοσε εμπράκτως τις ιδέες που διακήρυττε, αρνούμενος να πληρώσει φόρους στο αμερικανικό κράτος, ως πράξη διαμαρτυρίας, με αποτέλεσμα να καταλήξει στη φυλακή. Εν τέλει αποφυλακίσθηκε την επόμενη ημέρα, χάρη στην παρέμβαση ενός ανώνυμου δότη, ο οποίος κατέβαλε το φόρο για λογαριασμό του Thoreau. Ωστόσο, ο ίδιος ο Thoreau σχολίασε ότι η εμπειρία του στη φυλακή ήταν ιδιαίτερα εποικοδομητική γι’ αυτόν και του προσέφερε νέες προοπτικές στην εξέταση του δημόσιου βίου.

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Η Νομική (σχολή) ενώπιον του νόμου και της Δικαιοσύνης


Άρθρο του Κώστα Δουζίνα, καθ. Παν/μίου Λονδίνου:


Ποιος είναι ο ρόλος της νομικής παιδείας, τι σημαίνει το να μαθαίνει κανείς το νόμο; Το πρώτιστο καθήκον των δασκάλων του νόμου είναι να κατανοούν και να διδάσκουν τη γλώσσα της δικαιοσύνης, την αναπνοή, το πνεύμα και την αμεροληψία που θα έπρεπε να κινεί το σώμα του νόμου. Νόμος χωρίς δικαιοσύνη είναι κενό γράμμα, σώμα δίχως ψυχή - υπολείμματα απλώς και ερείπια μιας έντιμης παράδοσης. Ένας δικηγόρος που θέλει να είναι άξιος του ονόματός της, νέμει και κατανέμει. Θέτει τις απαιτήσεις της απούσας δικαιοσύνης και της ιδανικής ισότητας ενώπιον της, πάνω από τα αιτήματα της εξουσίας και των καταχρήσεων του πλούτου. Η δικαιοσύνη εκλείπει όχι μόνο όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια, που ο ίδιος ο νόμος έχει θέσει στον εαυτό του, αλλά πολύ περισσότερο όταν το σύνολο της Νομικής (και η διδασκαλία της) δεν λογοδοτεί, η ίδια, στο βωμό της δικαιοσύνης. Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να το θυμίσω αυτό στα παιδιά της Αντιγόνης. Η Θέμιδα, που κοσμεί τα δικαστήρια μας, έχει δεμένα τα μάτια της ακριβώς για να μην δει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, που έρχεται ενώπιον του νόμου (τοποθετώντας την αφηρημένη λογική του θεσμού πάνω από τη ζεστή λάμψη της δικαιοσύνης). Η Νομική σχολή από την άλλη πλευρά έχει στο σφυγμό της ένα ανάχωμα ορθάνοιχτο, που κοιτάζει τον άλλο στο πρόσωπο και υπόσχεται άπειρη δικαιοσύνη. Εκείνοι που το ξεχνούν αυτό, όταν διδάσκουν ή ασκούν τη δικηγορία, μετατρέπονται σε λογιστές της εξουσίας και υποχείρια της. Από λειτουργούς του κράτους Δικαίου μετατρέπονται σε υπηρέτες του κράτους. Η απόσταση μεταξύ Κράτους και Κράτους Δικαίου είναι πάντοτε μικρή, αλλά όταν η δικαιοσύνη εκπίπτει του νόμου, τότε τα δύο καθίστανται ταυτόσημα - ο νόμος σαν γλώσσα μιας τρελής από δύναμη κυριαρχίας.

Τί είναι, όμως, δικαιοσύνη; Βλέπουμε ότι μας περιβάλει η αδικία, αλλά συχνά δεν γνωρίζουμε που βρίσκεται η δικαιοσύνη. Η πιο οδυνηρή μαρτυρία της εποχής μας, γι΄αυτό, είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη έχει εκλείψει. Ότι δικαιοσύνη δεν υπάρχει στα γκέτο της Αθήνας, δεν υπάρχει για τους ανέργους. Ότι ματαιώνεται με την λήψη των μέτρων του ΔΝΤ, τις περικοπές μισθών για τους χαμηλόμισθους και τους συνταξιούχους, ή με την αντιμετώπιση των προσφύγων στα στρατόπεδα του Έβρου και το τείχος, που ετοιμάζεται για να κρατήσει τους φτωχούς εκτός και τους Έλληνες εντός.

Η βίαιη αποβολή της δικαιοσύνης αποδεικνύεται από την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με την οποία η αποστολή προσφύγων στην Ελλάδα ισοδυναμεί με βασανιστήρια, απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση. Αιτία γι΄αυτήν την απόφαση είναι η απάνθρωπη διαβίωση και οι συνθήκες κράτησης, καθώς και το γεγονός ότι η Ελλάδα, ουσιαστικά ποτέ δεν δίνει άσυλο στους αιτούντες πρόσφυγες.

Από το γεγονός ότι το Βέλγιο καταδικάστηκε, επειδή θεώρησε την Ελλάδα ως ένα ανθρωπιστικό κράτος, στο οποίο μπορεί να αποστείλει πίσω έναν Αφγανό πρόσφυγα και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη, που στο εξής θα ασχοληθούν με την ελληνική κυβέρνηση, όπως της αξίζει: σαν τον παραβάτη της στοιχειώδους αξιοπρέπειας των εξαθλιωμένων αυτής της γης. Δεν υπάρχει ασυλία στην Ελλάδα - οι πρόσφυγες και οι μετανάστες συλούνται. Το Πανεπιστημιακό άσυλο προσφέρει μια ελάχιστη αποζημίωση για αυτή την πολύ μεγαλύτερη σύληση.

Η δικαιοσύνη θα ναυαγήσει την στιγμή που ο Νόμος και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές θα επιχειρήσουν να ʽεκκενώσουνʼ την σχολή της Νομικής από τους απεργούς πείνας που την κατέλαβαν, ώστε να έχουν ένα μέρος να κοιμούνται. Πετώντας έξω τους απεργούς, αυτό που θα πετάξουν έξω από την Σχολή του Νόμου είναι η δικαιοσύνη. Γιατί, τι είναι ακριβώς αυτό που ζητάνε αυτοί οι άνθρωποι μέσα στην σχολή της Νομικής? Να μας κάνουν να προσέξουμε επιτέλους την αδύναμη και ασήμαντη ύπαρξη που έχουν στα δικά μας μάτια. Διεκδικούν τις απαραίτητες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Την ελάχιστη δυνατή αναγνώριση ότι ζουν εδώ, εργάζονται εδώ, ωστόσο τους μεταχειρίζονται χειρότερα απ΄ ότι σε καταδικασμένους σε ισόβια. Αυτό που λένε είναι, απλά, ʽείμαστε εμείς που δεν μας βλέπετε, δεν μας λαμβάνετε υπόψη, δεν μας δίνετε ταυτότητα, εμείς που είμαστε δίπλα σας και ανήκουμε σε αυτό που είστε και σ αυτό που γίνεστεʼ. Είναι οι άνθρωποι που τιμωρούνται, όχι γι αυτό που έχουν κάνει (εγκληματικότητα ή παρανομία), αλλά γι αυτό που είναι. Οχι γιατί κουβαλούν ένα κακό, αλλά για την εξαθλιωμένη τους αθωότητα. Οι δικοί μας ʽsans papiersʼ (χωρίς χαρτιά), είναι οι homines sacri, άτομα που επειδή δεν έχουν νομική υπόσταση, δεν λογαριάζονται ως άτομα και γι αυτό υφίστανται τις χειρότερες βαναυσότητες από κράτη ή άλλους ανθρώπους, εργοδότες, ιδιοκτήτες ή μειοψηφίες, που κραυγάζουν δίπλα τους στον δρόμο.

Θα ακούσουμε και πάλι τα προφανή, πως η Ελλάδα είναι μια χώρα που σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επειδή διδάσκουμε το Σύνταγμα και τις σχετικές διατάξεις στις σχολές της Νομικής και διαθέτουμε πλήθος οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κοινότητες, διανοούμενους, υπουργεία, συνηγόρους και θεσμούς που τα προάγουν. Αλίμονο. Δεν σταματάνε να μας επαναλαμβάνουν πως τα ανθρώπινα δικαιώματα ανήκουν σε όλους μας, επειδή ακριβώς είμαστε μέρος της ανθρωπότητας, κι όχι επειδή συνδεόμαστε με κάτι πιο συγκεκριμένο, όπως ένα έθνος, ένα κράτος ή μία ομάδα. Κι αυτό ακούγεται πραγματικά παρηγορητικό. Όταν, ωστόσο, γυρίσουμε το βλέμμα στους μετανάστες της νομικής σχολής, οι παραπάνω διακηρύξεις φαντάζουν αντιφατικές και ψευδείς αξίες της ιδεολογίας μας. Καταγγέλλοντας τις χείριστες παραβιάσεις σήμερα στην Ελλάδα, διεκδικώντας το δικαίωμα να γίνουν ορατοί και αντιληπτοί - έστω και ελάχιστα, έστω και με το τίμημα της ζωής τους - αυτοί οι άνθρωποι, προσφέρουν την πιο σημαντική υπηρεσία που θα μπορούσαν, στον Νόμο και την Νομική Σχολή. Φέρνουν αντιμέτωπους τους καθηγητές και τους φοιτητές με όσα θα πρεπε να διδάσκουν και να διδάσκονται, αλλά τις περισσότερες φορές αγνοούν. Η θυσία τους (sacrificium) σημαίνει ιεροποίηση (sacer facere) και θα ΄ναι πράγματι μια πράξη ιερή - σύνδεση του εγκόσμιου με το άγιο, ένα γεφύρωμα του νόμου και της διδασκαλίας του, με την άπειρη δικαιοσύνη και την ατελεύτητη φιλοξενία, για τις οποίες δεν μπορούμε ποτέ να πούμε, ότι είναι εδω, ότι τις κατέκτησε τώρα ο κόσμος, κι εμείς μέσα σε αυτόν και ότι, άρα, ο κόσμος είναι ʽκαλόςʼ.

Αν πετάξουμε έξω αυτούς τους ανθρώπους από την σχολή όπου διδάσκεται ο Νόμος, ένας νόμος που για ελάχιστες ώρες και μέρες κατακλύστηκε με την ιδέα της δικαιοσύνης, ή, καλύτερα, με την διαμαρτυρία ενάντια στην απόλυτη αδικία, τότε πραγματικά δεν θα μας αξίζει να γυρίσουμε ξανά στον ίδιο χώρο για να διδάξουμε το Νόμο, ή να υποκρινόμαστε ότι ο νόμος που διδάσκουμε έχει οποιαδήποτε σχέση με την δικαιοσύνη.


Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Πληθαίνουν οι κινήσεις λαϊκής ανυπακοής



Του Γιώργου Κατερίνη, από την εφημερίδα: Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ελπιδοφόρα μηνύματα από τη δράση επιτροπών και κινήσεων σε όλη τη χώρα.
Δυναμώνουν οι λαϊκές αντιδράσεις, ο συντονισμός, οι πρωτοβουλίες απέναντι στις αυξήσεις σε όλα τα επίπεδα (τιμολόγια, εισιτήρια, διόδια, ΦΠΑ, πετρέλαιο, είδη πρώτης ανάγκης, τρόφιμα, ασφάλιστρα, δίδακτρα κ.λπ.) που επιβάλει η κυβέρνηση για να εφαρμόσει τα μέτρα που υπαγορεύουν το Μνημόνιο και οι «φίλοι» του, δηλαδή οι τράπεζες, οι μεγαλοεργολάβοι, οι βιομήχανοι, οι μεγαλέμποροι, οι εφοπλιστές.
Δυναμώνουν γιατί η ασφυκτική συρρίκνωση των εισοδημάτων μαζί με τις αυξήσεις που αναφέραμε δημιουργούν ένα δυσβάστακτο παρόν και ακυρώνουν κάθε μέλλον για όλα τα λαϊκά νοικοκυριά. Αν κοντά σε αυτά προσθέσουμε την κατακόρυφη εκτίναξη της ανεργίας, τα λουκέτα, τις απολύσεις, καταλαβαίνουμε πως η συμπεριφορά των πολιτών δεν μπορεί να είναι ο καναπές και η παράλυση.
Σε ολόκληρη τη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια έχουν ξεπεταχτεί επιτροπές πολιτών που αρνούνται να πληρώσουν, για παράδειγμα, τα διόδια, που καταγγέλλουν και πετυχαίνουν να μην ανέβουν τα τιμολόγια, όπως έγινε με το φυσικό αέριο στη Θεσσαλονίκη, και τούτες τις μέρες πληθαίνουν οι κινήσεις για να υπάρξει συντονισμένη δράση στον τομέα των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, κόντρα στις προκλητικά παράλογες αυξήσεις που επιβάλλονται από 1η Φεβρουαρίου και συνολικά στο σχέδιο ιδιωτικοποίησης των δημόσιων μεταφορών.
Πολλοί κάνουν λόγο για «κίνημα του Δεν Πληρώνω», άλλοι για «κίνημα ανυπακοής». Πρόκειται για μια μαζική αντίδραση, για μια αντίδραση που βρίσκει απήχηση, για μια στάση που δείχνει προχωρήματα στη συνείδηση και στην πράξη.
Θεωρητικά η ανυπακοή είναι η άρνηση ενός ή περισσότερων ατόμων απέναντι στην τήρηση ορισμένων νόμων, απαιτήσεων και εντολών της κυβέρνησης ή μιας δύναμης κατοχής. Πρόκειται για έναν από τους πολλούς τρόπους που οι πολίτες μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να διαμαρτυρηθούν, για να αγωνιστούν κατά αθέμιτων αντιλαϊκών νόμων.

Τα χαρακτηριστικά της ανυπακοής
Η ανυπακοή:
α) είναι μια υπεύθυνη προσωπική πράξη και όποιος παίρνει μέρος σε αυτήν γνωρίζει ότι αυτό μπορεί να έχει κυρώσεις στη συνέχεια (άρα τα περί «κινήματος του τζάμπα» είναι συκοφαντικά και θέλουν να χλευάσουν το κίνημα).
β) είναι μια ανιδιοτελής πράξη. Η ανυπακοή σε μια αύξηση γίνεται για το δημόσιο συμφέρον και όχι για προσωπικό κέρδος. Αντίθετα, όσοι επιβάλλουν αυτούς τους νόμους και συμβάσεις στην ουσία λειτουργούν υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων και σε βάρος της κοινωνίας. (Άρα όσοι μιλούν για «κίνημα του τζάμπα» ξέρουν ότι έτσι προστατεύουν μεγαλοεργολάβους, εφοπλιστές, πολυεθνικές και άλλα συμφέροντα).
γ) είναι μια πράξη συλλογικής αντίστασης, γιατί γνωρίζουμε ότι αυτή η στάση γίνεται για την προώθηση ενός ευρύτερου στόχου: να παρθούν πίσω όλα τα μέτρα και οι νόμοι που επιβλήθηκαν με το Μνημόνιο.
δ) είναι μια διαφανής πράξη, παίρνει αξία από την ίδια την εικόνα της και από πολίτες που ξέρουν τι κάνουν και προπαγανδίζουν ανοικτά τους στόχους και τις απαιτήσεις τους.
ε) είναι μια πράξη στην οποία καταφεύγουμε όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι άλλες προηγούμενες λογικά ενέργειες: διάλογος, υποβολή αρμοδίως των αιτημάτων και επιχειρημάτων κ.λπ.

Αποτελεσματικός συντονισμός
Οι επιτροπές που ξεπετάγονται, η ανταπόκριση του κόσμου στις πρωτοβουλίες τους, ο συντονισμός τους (που είναι πανελλαδικός) και η επιτυχία που έχουν μέχρι τώρα με τη δράση τους, δείχνουν ένα νέο επίπεδο συνείδησης και δράσης των πολιτών που έχει ανησυχήσει σφόδρα το πολιτικό επιτελείο, αλλά και τα επιτελεία διαφόρων κοινοπραξιών, εταιριών, οργανισμών που «θίγονται» από τη δράση των επιτροπών.
Την 1η Φεβρουαρίου θα έχουμε μια πρώτη μεγάλη, πανελλαδική και σε ένα βαθμό συντονισμένη αντίδραση και ιδιότυπη «απεργία» των πολιτών που θα αρνηθούν να πληρώνουν εισιτήριο μέχρι να παρθούν πίσω οι αυξήσεις που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση.
Αυτές οι κινητοποιήσεις των επιτροπών (διόδια, φυσικό αέριο, εισιτήρια κ.λπ.) θα διευρύνουν τον ορίζοντα με την έννοια ότι θα προστεθούν κι άλλοι τομείς της κοινωνικής ζωής στους οποίους είναι αναγκαία η ανυπακοή και η έκφραση της λαϊκής αλληλεγγύης.

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Να αποκρούσουμε την τρομοκρατία της χρεωκοπίας



Άρθρο της Σοφίας Σακοράφα στην εφημερίδα ΠΡΙΝ:

Ο δημόσιος έλεγχος του χρέους, καταλύτης για την ανάπτυξη κοινωνικού κινήματος

Η φιλοξενία που μου προσφέρει σήμερα το «Πριν» είναι καταρχήν σημαντική και παράλληλα στο μυαλό μου έχει μία πολυεπίπεδη σημασία. Πυρήνας αυτής της σκέψης μου είναι το γεγονός ότι μπορεί να έχουμε μια διαφορετική αντίληψη ή κοσμοθεωρία για το πώς θα ανατραπεί αυτό το σύστημα, αλλά ταυτόχρονα καταλήγουμε σε μια κοινή διαπίστωση, αυτή που έκανε και ο Θ. Αγγελόπουλος, ότι τελικά αυτός ο κόσμος είναι πολύ κακός για να είναι οριστικός. Με την έννοια αυτή το σημερινό βήμα, είναι βήμα μιας κοινής διαπίστωσης, αλλά και η απαρχή μιας ζύμωσης τόσο σε ιδεολογικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο.

Με απλά λόγια όπως ο κόσμος το αντιλαμβάνεται, σήμερα ξεκινάμε από αυτά που μας ενώνουν, αλλά και συζητάμε για αυτά –όχι που μας χωρίζουν – αλλά μας προβληματίζουν, μας φορτίζουν, μας κινητοποιούν, μας ερεθίζουν στη βάση της θέσης, της αντίθεσης, αλλά και της σύνθεσης.

Το δεύτερο που θα ήθελα ευθύς εξαρχής να εξομολογηθώ είναι ότι είμαι τακτική αναγνώστρια της εφημερίδας, γνωρίζω πολύ καλά τη συγκρότηση των αναγνωστών, με την έννοια αυτή θα προσπαθήσω να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα από την τοποθέτησή μου γύρω από το εάν το μνημόνιο ήταν μονόδρομος.

Σαφώς το μνημόνιο δεν ήταν μονόδρομος. Και με απόλυτη βεβαιότητα τονίζω ότι αυτά που ζούμε σήμερα δεν είναι απλώς οι συνέπειες μιας κυβερνητικής επιλογής, αλλά το ζητούμενο μιας πολιτικής, ενός στρατηγικού σχεδιασμού.Επίσης τονίζω ότι αυτή η πολιτική σμιλεύτηκε περίτεχνα μέσα από ισχυρούς μηχανισμούς προπαγάνδας. Η «χρεοκοπία» της χώρας (ως άλλη σύγχρονη αρκούδα), «οι κοπρίτες» του Πάγκαλου είναι η δημόσια έκφραση ενός συμπαγούς ιδεολογικού μηχανισμού. Ενός μηχανισμού που βασίζεται στο φόβο και τη συνενοχή.

Είναι λύτρωση για όλο το πολιτικό κατεστημένο το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που παράγει ο κοινωνικός αυτοματισμός, που αναπτύσσεται στη βάση της πυραμίδας, ενώ αφήνει τη νοσηρή και ένοχη κορυφή ανέγγιχτη.

Είναι καθαρτήριο που ξεπλένει τις αμαρτίες ενός ολόκληρου συστήματος, γιατί δε δίνει απλώς άφεση, αλλά τις εναποθέτει στις πλάτες του «τεμπέλη» δάσκαλου, του «υψηλόμισθου» οδηγού της ΕΘΕΛ, του «αγράμματου» αγρότη, του «διεφθαρμένου» λαού. Το δόγμα της συνενοχής από τη μία, αλλά και το δόγμα του «σοκ και δέος» από την άλλη. Δηλαδή μια ληστρική και εφ’ όλης της ύλης επίθεση χωρίς ανάσα, σε συνθήκες απόλυτου φόβου και μεταφυσικής ενοχής.

Δανείζομαι από τον Ζίζεκ την τοποθέτηση περί ιδιωτικοποίησης της διάνοιας. Η πατρίδα Μας, το σπίτι Μας, ο μισθός Μας, οι καταθέσεις Μας, όλο αυτό το καπιταλιστικό οικοδόμημα της ζωής Μας, που ενώ το γκρεμίζουν, μας έχουν πείσει ότι πρόκειται περί κατάρρευσης. Μια κατάρρευση για την οποία εμείς φταίμε, οι γονείς μας και τα παιδιά μας. Ένα προπατορικό αμάρτημα.

Για τη δομική κρίση του συστήματος δεν ευθύνεται το σύστημα, αλλά εμείς. Εμείς εξαντλήσαμε αλόγιστα τα κοινωνικά αποθέματα, εμείς αποσταθεροποιήσαμε την ομαλότητα και με δικές μας ενέργειες φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Όπου ενέργειες βλέπε κοινωνικά κεκτημένα και δικαιώματα, βλέπε Μάη του ’36, βλέπε ιστορικές στιγμές και κατακτήσεις του κινήματος.

Ο καπιταλισμός στο ιστορικό του αδιέξοδο στοχοποιεί το συνήθη ύποπτο, που δεν συχνάζει πια στην πλατεία Εξαρχείων, αλλά είναι αυτός ο μακρινός «αδαής» πρόγονος του 1821 που έκανε την Επανάσταση, για να βολευτεί με ρουσφέτια.

Άρα χέρι χέρι με το φόβο και τη συνενοχή, έρχεται και η αποκαθήλωση της ιστορίας των αντιστάσεων.

Λαός φοβισμένος, λαός ένοχος, λαός με βεβηλωμένη ιστορία.

Εάν προσθέσει κανείς αυτό το μίγμα, σε αυτό που ήδη το σύστημα έχει επιτύχει, την αλλοτρίωση με τη μαρξιστική έννοια στην παραγωγή, τη μετατροπή της παιδείας σε αγοραίo εργαλείο, την ιδιωτικοποίηση του έρωτα και της φιλίας, μέσω των κωδικοποιημένων προδιαγραφών του Facebook, τότε έχουμε μια τέλεια εξίσωση.

Η Διατήρηση του συστήματος συνεπάγεται με λαό - στρατό. Το παλιό δόγμα «Στρατηγέ μου ιδού ο στρατός σας». Εξόχως έξυπνο. Και προς το παρόν δείχνει να λειτουργεί.

Αφήνω το χώρο του «αυτοί» και περνώ στο χώρο του εμείς.

Του «εμείς» που προς το παρόν σε αυτή την εξίσωση, είμαστε ο άγνωστος Χ.

Επειδή, όπως πολύ ορθά διάβασα στο «Πριν», είμαστε σε εποχές όπου καταργούνται οι αθώοι, όπου η άγνοια δεν είναι εξήγηση και η αδράνεια δεν είναι δικαιολογία, μάλλον πρέπει ο άγνωστος Χ να συστηθεί καταρχήν με τον εαυτό αλλά και με την κοινωνία.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν εμάς τους ίδιους. Είναι πλούτος, κατά την άποψή μου, μέσα από αυτό το βήμα να ξαναδιαβάσουμε όλοι αυτό που είπε ο Ζίζεκ στη διάλεξή του στο ΜΑΧ. Το παραθέτω αυτούσιο. «Λέγεται ότι στην Κίνα αν πραγματικά μισούν κάποιον η κατάρα που εκτοξεύουν είναι “είθε να ζήσεις σε ενδιαφέροντες καιρούς”. Στην ανθρώπινη ιστορία ενδιαφέροντες καιροί είναι εποχές αναταραχών, πολέμων, σύγκρουσης για την εξουσία, με βαριές συνέπειες για εκατομμύρια αθώους. Σήμερα είναι φανερό ότι πλησιάζουμε μια νέα εποχή για την οποία αρμόζει η περιγραφή ενδιαφέροντες καιροί…Τι σημαίνει αυτό για την Αριστερά της εποχής μας; Στην ψυχαναλυτική θεραπεία οφείλει κανείς να αποσαφηνίσει τι πραγματικά επιθυμεί. Θέλω πράγματι αυτό που νομίζω ότι θέλω;… Έτσι λοιπόν έρχεται σήμερα για τους αριστερούς η στιγμή της αλήθειας. Ο Όργουελ περιέγραψε θαυμάσια αυτή τη στάση όταν έγραφε ότι “κάθε επαναστατική γνώμη οφείλει μέρος της δύναμης της στην ανομολόγητη πεποίθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει…” Κι αν εκδηλωθεί πραγματική επανάσταση αυτό πρέπει να συμβεί σε απόσταση ασφαλείας. Στην Κούβα, τη Νικαράγουα, τη Βενεζουέλα, έτσι ώστε ενώ η καρδιά μου θα ζεσταίνεται όσο σκέφτομαι μακρινά γεγονότα, εγώ θα μπορώ να συνεχίζω την κανονικότητά μου». Με πολύ απλά λόγια λοιπόν και με μια διασταλτική ερμηνεία των παραπάνω είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη βολή μας;

Όπου βολή, για μένα είναι η με πολλές αναταράξεις αλλά πάντως όχι επικίνδυνη ζωή μου, για τα κόμματα είναι ο μικρός και αδιασάλευτος χώρος εξουσίας που καταλαμβάνουν, για τις νεολαίες η χωροταξική επάρκεια στα πανεπιστήμια που εάν τύχει και διασαλευθεί τότε ο εχθρός δεν είναι το σύστημα, αλλά οι «εκοφίτες» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Είμαστε; Είναι τώρα η ώρα να το απαντήσει ο καθένας μας στον εαυτό του και μετά να συστηθούμε με ειλικρίνεια και με την κοινωνία.

Και σε αυτή τη σχέση να εξομολογηθούμε τη δική μας αμαρτία. Εμείς ορθώσαμε τείχη ολόκληρα με αδιανόητα «ΔΕΝ».

Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε πορεία που καλεί το ΝΑΡ γιατί αναγκαστικά θα καταλήξεις μηχανισμός του συστήματος.

Δεν μπορείς να διαδηλώσεις έξω από την Ισραηλινή πρεσβεία με το ΣΥΡΙΖΑ γιατί αναγκαστικά θα γίνεις ρεφορμιστής.

Δεν μπορείς να συνομιλείς με τον ΠΑΣΟΚΟ τον εργάτη γιατί η αλήθεια είναι μία και αυτός δεν έχει μεράδι καμίας αλήθειας.

Δεν μπορείς να κλείσεις τα διόδια γιατί το πρωτοσκέφτηκε η ΚΟΕ.

Δεν μπορείς να ανέβεις στο καράβι για τη Γάζα, γιατί η πυξίδα του είναι πολύχρωμη.

Δεν μπορείς να είσαι με τον Τρότσκι, γιατί ο Στάλιν…Δεν μπορείς να επικαλείσαι τη Λούξεμπουργκ γιατί ξέφυγε στον αναρχοσυνδικαλισμό.

Δεν μπορείς να κοιτάς τι γεννάει τα αντάρτικα πόλεων γιατί είναι πράκτορες.

Δεν μπορείς να μην είσαι χριστιανός γιατί η θρησκεία είναι μία.

Αυτά τα θρησκευτικού τύπου χαρακώματα εμείς οι ίδιοι τα ορθώσαμε, κι εγώ μαζί πολλές φορές. Χαρακώματα μεταξύ μας, χαρακώματα με την κοινωνία.

Απέναντι στον πιο έξυπνο και ώριμο καπιταλισμό, εμείς αφήσαμε ανυπεράσπιστη την κοινωνία και βάλαμε στο εδώλιο τον άλλο μας εαυτό.Έχουμε όλοι την ιστορική ευθύνη για «Μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους, μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας – χιλιάδες ήττες μέσα μας…»

Χιλιάδες ήττες και έξω…

Και τώρα τι;

Συνεχίζει ο ποιητής: «Όλα όσα αρνηθήκαμε αυτό είναι το πεπρωμένο μας».

Ελάχιστοι απέναντι στη συγκυρία, απογυμνωμένοι απέναντι στην κοινωνία, ας ορίσουμε στην πιο κρίσιμη στιγμή το πεπρωμένο μας. Δεν είμαι σε θέση σήμερα να μιλήσω για το όλον, γιατί πραγματικά δεν το γνωρίζω, δηλώνω με απόλυτη τιμιότητα την ανεπάρκειά μου, αλλά ταυτόχρονα δηλώνω και με απόλυτη τιμιότητα ότι όποια σημαία κι αν σηκωθεί δεν πρέπει να βγει από το μπαούλο και να την ξανασιδερώσουμε.

Ψάχνουμε για αυτή τη νέα αρχή, τη μικρή αλλά την ελπιδοφόρα.

Την ανασφαλή αρχή, αλλά με τη γνώση ότι η αμφιβολία είναι καλύτερη από τη γκρεμισμένη βεβαιότητα.Τη δύσκολη αρχή, αλλά με τη γνώση ότι η ευκολία ανήκει στην άρνηση και όχι στην κατάφαση.

Μια αρχή υπήρξε η πρόταση για την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου. Μια αρχή εντελώς τακτικού χαρακτήρα. Μια αρχή που ακουμπάει πάνω στους θεσμούς, πάνω σε αστικά αιτούμενα όπως η διαφάνεια και η πληροφορία.

Μια αρχή συστημική, που έχει όμως τη δύναμη να κατασπαράξει την «ιερή αγελάδα».

Μια αρχή από λίγους που έχει όμως τη δύναμη να γίνει ταυτόχρονα και κοινωνικό αιτούμενο.

Για να ξαναβρούμε την ανάσα μας εκεί όπου ανασαίνει η κοινωνία.

Για να απογυμνώσουμε με τη σειρά μας τα πολιτικά ιερατεία και τα οικονομικά διευθυντήρια, που για να γίνουν οι αιμοδότες πυλώνες του συστήματος αφαίμαξαν, βίασαν και καταχράστηκαν τους λαούς.

Μια αρχή, που ακουμπάει και ζεσταίνεται από μια άλλη Αρχή… «Η συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να γίνει αληθινά πολιτική συνείδηση, εάν οι εργάτες δεν μάθουν να απαντούν σε όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και κατάχρησης» (Λένιν).